αμνηστία


αμνηστία
[амнистиа] ουσ. θ.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αμνηστία" в других словарях:

  • ἀμνηστία — ἀμνηστίᾱ , ἀμνηστία forgetfulness fem nom/voc/acc dual ἀμνηστίᾱ , ἀμνηστία forgetfulness fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμνηστίᾳ — ἀμνηστίαι , ἀμνηστία forgetfulness fem nom/voc pl ἀμνηστίᾱͅ , ἀμνηστία forgetfulness fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμνηστία — (Νομ.).Πράξη επιείκειας, με την οποία το κράτος παραιτείται από το δικαίωμά του να τιμωρήσει ορισμένα αδικήματα και ορίζει ότι δεν θα διώξει τους υπεύθυνους ή διακόπτει την εκτέλεση καταδίκης που έχει ήδη επιβληθεί με συγκεκριμένη δικαστική… …   Dictionary of Greek

  • αμνηστία — η (λάθος το αμνηστεία), η συγχώρηση από την πολιτεία, με επίσημη πράξη, ορισμένων αδικημάτων: Η κυβέρνηση έδωσε αμνηστία στους στασιαστές αξιωματικούς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Διεθνής Αμνηστία — Παγκόσμια, ανεξάρτητη οργάνωση που αποσκοπεί στον σεβασμό των διεθνών συμβάσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως αυτά διατυπώθηκαν στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που υιοθετήθηκε από τον ΟΗΕ στις 10 Δεκεμβρίου 1948. Η Δ.Α …   Dictionary of Greek

  • ἀμνηστίας — ἀμνηστίᾱς , ἀμνηστία forgetfulness fem acc pl ἀμνηστίᾱς , ἀμνηστία forgetfulness fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμνηστίαι — ἀμνηστία forgetfulness fem nom/voc pl ἀμνηστίᾱͅ , ἀμνηστία forgetfulness fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμνηστίαν — ἀμνηστίᾱν , ἀμνηστία forgetfulness fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμνηστίαις — ἀμνηστία forgetfulness fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμνηστίην — ἀμνηστία forgetfulness fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)